..Εννιά με δύο..

..::Don't you love her madly?::..
Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006
Πάμε κοπέλες!
Μιλάμε για πολύ γέλιο!
Αυτο-ευλογούμαι!

σουρρεάλ!
posted by sorry_girl @ 6:49 μ.μ.   1 comments

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006
Electricity
Το χαμένο του Σαββάτου. Που όλες γινόμαστε φανερά εν δυνάμει κορίτσια της συγγνώμης. Έτοιμη να λούσεις τα μαλλιά σου έτσι που αν κάποιος θέλει να τα μυρίσει να μείνει για πάντα εκεί. Να βάψεις τα μάτια σου. Να βάλεις στολή επίθεσης. Και να βγείς. Έτοιμη να αλλάξεις τη ζωή σου. Έτοιμη να πονέσεις. Έτοιμη να ενθουσιαστείς.
Περπατώντας στους δρόμους που σε λίγες ώρες θα σκοτεινιάζουν νωρίτερα. Περνάς δίπλα από μια πέτρινη μάντρα. Από μια λάμπα του δήμου. Από τούφες φουντωμένο γιασεμί. Τα τακούνια σου σπάνε την ησυχία, λιώνουν μικρά κομμάτια αέρα. Οι ψηλές σου κόκκινες δερμάτινες μπότες έτοιμες να αλώσουν. Κουνάς το κεφάλι σου να απαλλαγείς από τον ήχο της φωνής σου. "Αν ποτέ αποφασίσεις να γυρίσεις, μην πεις τίποτα μόνο φέρε μου γιασεμί". Τι γεύση έχει το γιασεμί όταν το ξερνάς γλυκιά μου; "Μόνο μη με ξαναπείς μωρό μου".
Τώρα θα σου σερβίρεις μαύρη μπύρα. Και θα κάνεις οτι δεν ακούς τον μυστήριο ήχο. Αυτόν που βγαίνει από το κουτί της. Αλλά δεν πειράζει, παίζεις το παιχνίδι που ξέρεις καλύτερα απ' όλα. Να αγνοείς το ένστικτό σου. Που σου λέει οτι εκεί υπάρχει μια μαύρη αράχνη. Όχι δεν είναι αράχνη, ούτε σκορπιός έτοιμος να κάνει αυτό που μόνο αυτός μπορεί τόσο αριστοτεχνικά : να αυτοκτονήσει μεγαλειωδώς. Είναι μια πεταλούδα. Μια όμορφη μπλέ πεταλούδα που λίγο θέλει να απλώσει τα λεπτοφτιαγμένα φτερά της και να ελευθερωθεί στο χώρο. Να αιωρηθεί για λίγο. Να αγγίξει ελαφρά τα μαύρα μακριά μαλλιά που μυστηριωδώς έχει ο ίδιος θαμώνας της ίδιας ξύλινης μπάρας. Και μετά να χαθεί στην ίδια υπόγεια διάβαση του παλιού σταθμού.
Κρίνε με με τον μόνο τρόπο που μπορείς. Υποκειμενικά. Όσο μακραίνει η αναμονή, θα σε πείσω πως άξιζε. Και μετά πως θα είναι όλα ομαλά, χωρίς φουρκέτες και λακκούβες ύπουλα σκεπασμένες με βρώμικα νερά υπονόμου. Μόνο χορτάρι και τέλεια σχηματισμένες ευθείες.
Τώρα που τα λέμε όλα, ζήτα να σου φέρουν και δυο καθαρά ποτήρια. Το ένα θα το πιείς στην μνήμη, το άλλο στην υγειά. Ξέρεις, αργά θα ζητήσεις κάτι ηλεκτρικό, θα στροβιλιστείς στο ξύλινο πάτωμα, θα σε κοιτάνε μα δε θα σε νοιάζει. Παίζεις το καλύτερό σου παιχνίδι.
Γυρνάς λοιπόν. Γερνάς λοιπόν. Κι όταν θα ξεβάψεις τα μάτια σου- τα μόνα που βάφεις λες και θες να εξαφανίσεις, θα σε πονάνε. Μα δε θα κοιταχτείς στον καθρέφτη, είναι από αυτά που νόμιζες οτι έβλεπες. Οτι αναγνώριζες. Σχήματα κορμιά συμπλέγματα. Μίλα. Μοιράσου τα. Πώς αλλιώς θα τα εκμηδενίσεις;
Κι αν ριζώσεις τι; Το αλλά, η εναλλακτική, οι ρημάδες οι επιλογές σου.
Εντάξει βούλωσέ το τώρα και άλλαξε πλευρό. Η αράχνη ετοιμάζεται για βόλτα και στ' αριστερά έχουνε γιορτή.
posted by sorry_girl @ 9:09 π.μ.   18 comments

Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006
Πρόχειρο
Να μετρηθούμε εν τέλει.Και να βγούμε λειψοί.Πως όσα κομμάτια λείπουν θα λείπουν για πάντα.Καθόλου.Δρόμοι και στενά.Μα μένω να μετράω τα ψιλά και δε βγαίνουνε τα γαμημένα.Βάλε πρώτη και φύγαμε.Χεράκια έξω από τα παράθυρα σαν τότε που μετράγαμε μόνο 10 χειμώνες.Μεγαλώνουν.Οι παλάμες.Και θα ‘ρθει καιρός που θα μπλέκονται μεταξύ τους ιδρωμένες.Για καλό είναι ρε.Μη μου μαζεύεσαι.Ό,τι έκρυψα “για μια ώρα ανάγκης”.Το παίρνω για το δρόμο.Κάπου εκεί έξω θα βρεθούμε σίγουρα.Δε φοβάμαι, δεν ανησυχώ.Μόνο μια μικρή μικρή ανυπομονησία έχω.Θα με γνωρίσεις άραγε;
posted by sorry_girl @ 4:09 μ.μ.   22 comments

Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2006
"There's no finding, no finding "
I wish I was special
But I ‘m a creep
I don’t belong here

Να πάρω να σ’ ακούσω λίγο;

Ooo that smell
Can you smell that smell

Μαζί σου έχω περάσει τις πιο απίστευτες νύχτες. Κάθε φορά που ερχόσουνα σπίτι να τα πούμε, αφού είχαν μεσολαβήσει βδομάδες από την προηγούμενη φορά σε περίμενα με ανυπομονησία. Ήξερα ότι θα έρθεις χωρίς καθυστέρηση. Θα είσαι όμορφη όπως πάντα και θα σε μυρίζω για ώρες αφού έχεις φύγει. Θα μου χαμογελάς και θα κρατάς μπύρες και μια κίτρινη τεκίλα σε σακούλα πλαστική. Θα τις σηκώνεις στον αέρα και θα γελάς "Aνεφοδιασμός φίλε!". Θα ορμάς στο δωμάτιο κατευθείαν στο πικαπ. Δε θα σε ρωτάω τι να βάλω αφού ξέρω ότι για αρχή θα ακούσουμε τον χιλιογρατζουνισμένο δίσκο του Alice Cooper. Θες το Poison να θυμηθούμε τα παλιά. Εντωμεταξύ σκαλίζεις τα ντουλάπια μου τραγουδώντας “one look could kill my pain your thrillllll”. Θα γελάω και θα έρχομαι να σε χορέψω στο διάδρομο. Θυμάμαι πολύ καλά ότι πάντα το ‘χες παράπονο που κανείς από τους άντρες σου δε σε χόρευε. Γελάς, ακόμα σ’ ακούω να γελάς, ακόμα σε σφίγγω στη μέση και σε σηκώνω στον αέρα. Ακόμα φέρνεις τις τεκίλες στα ποτηράκια και τις πίνουμε ενώ κοιταζόμαστε στα μάτια.

Tell me why you look so sad

Θυμάσαι τότε που ακούγαμε για ώρες το “Dark side of the moon”; Ξανά και ξανά και μετά κάναμε έρωτα στο τριμμένο χαλί που μου είχε στείλει η μάνα μου. Α ρε μάνα που να ΄ξερες τι γινόταν πάνω σ’ αυτό το χαλί που είχε φτιάξει η γιαγιά στον αργαλειό. Τουλάχιστον τρεις γυναίκες πήρα εκεί πάνω. Αν δεν υπήρχε αυτό το χαλί τίποτα δε θα γινόταν, γιατί ήταν από τις καταστάσεις που αν διακόψεις για να πας μέσα, πάει ξενέρωσες. Α ρε μάνα! Ξέφυγα όμως. Έλεγα για τότε που κάναμε έρωτα για τρίτη φορά στο τριμμένο χαλί ακούγοντας Floyd. Σε θυμάμαι που ήσουνα σκοτεινιασμένη μετά. Κάπνιζες νευρικά, καθισμένη με την πλάτη στον καναπέ. Δεν καταλάβαινα τι είχες πάθει ξαφνικά. Φοβόμουνα ότι το μετάνιωσες, ότι δε θα θες να με ξαναδείς. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί σε ρώτησα από τι είναι αυτά τα σημάδια, ψηλά στο μπράτσο σου. Το βούλωσα μετά, έκανα να σε πάρω αγκαλιά, τραβήχτηκες και πήγες να κάνεις μπάνιο. Δε σε ξαναρώτησα ποτέ. Ακόμα και σήμερα δεν ξέρω τι ήταν αυτά τα σημάδια.


I ‘ve been mistreated
I ‘ ve been abused
Since my baby left me
I ‘ve been losing, losing
Baby I ‘ve been losing my mind

Έλεγα όμως για τότε που ερχόσουνα. Στρωνόμασταν στην αρχή στον καναπέ, μετά στο πάτωμα και βάζαμε δίσκους εναλλάξ. Λέγαμε όλα τα νέα μας, είχαμε τόσο καιρό εξάλλου να τα πούμε. Κάποτε σου είπα ότι αργήσαμε να γνωριστούμε και γέλασες. "Εγώ δε σε θυμάμαι καν στη σχολή μου είπες". Σου είπα ότι σε είχα δει από τις πρώτες μέρες. Σου είπα ότι σε πρόσεξα. Είδα μια κοπέλα με κοντό κόκκινο μαλλί και κοκάλινο σκελετό γυαλιών να στρίβει τσιγάρα Cooper στα πρώτα έδρανα. Όταν σου το ‘ πα γέλαγες και μου ΄λεγες ότι μόνο εσύ και κάτι αγρότες στην Ξάνθη καπνίζατε τέτοιο καπνό. Οι μπίρες αδειάζανε σιγά στην αρχή και μετά πιο γρήγορα. Η τεκίλα μέσιαζε και πια είχες γλαρώσει. Ήταν η ώρα που σε λάτρευα περισσότερο. Γιατί άνοιγες, χαλάρωνες και μου μιλούσες. Γέλαγες πιο σιγά και καμιά φορά με χάιδευες κιόλας. Σε σήκωνα να σε χορέψω και έλιωνες στα χέρια μου. Πόσο όμορφη ήσουνα μικρή. Ξέρεις δε σου ζήτησα ποτέ κάτι παραπάνω. Μα ούτε κι εσύ. Και η αλήθεια είναι ότι δε θα το άντεχα ούτε να μου πεις όχι ούτε όμως και να σ’ έχω ολόκληρα δική μου. Νομίζω ότι σε φοβόμουνα λίγο. Κι έτσι ήταν πιο εύκολα.

O ah hear her walkin
Walkin barefoot cross the floor-boards
All thru this lonesome night
And ah hear her crying too.


Θυμάμαι ξημερώματα να είμαστε τύφλα και να με τραβάς από το χέρι. "Έλα σήκω, πάμε". Πάντα σε ακολουθούσα. Κάτι παλαβό θα ήθελες να κάνουμε πάλι. Αλλά γούσταρα. Σαν τότε που πήγαμε με το μηχανάκι μέχρι το Αντίρριο να πιούμε κονιάκ στο καφενείο μες στο χειμώνα κι οι γέροι που παίζανε πρέφα μας κοιτάγανε κρυφά. Ή τότε που έβρεχε τρελά και βγήκαμε στο δρόμο. Σε λίγα λεπτά είχαμε γίνει μούσκεμα αλλά έλεγες ότι κάνει ζέστη κι έτσι βγάλαμε παπούτσια και πιαστήκαμε από το χέρι και περπατήσαμε ώρα. Όταν φτάσαμε κάτω από το φως μιας λάμπας, γύρισες και με κοίταξες με σουφρωμένα χείλη. "Φίλα με ρε", μου είπες. Λέγαμε κάποτε ότι θα μας τσακώσουν οι μπάτσοι τύφλα και θα τους το σκάσουμε με το δίχρονο, θα μπούμε στο καράβι και θα φύγουμε για Βενετία Άλλοτε απλά καθόμασταν στο μώλο μέχρι να ξημερώσει ή πηγαίναμε στο φάρο να πιούμε ούζα. Ποτέ μετά από αυτά τα βράδια δεν κοιμόμασταν μαζί.


She's got a smile that it seems to me
Reminds me of childhood memories
Where everything
Was as fresh as the bright blue sky
Now and then when I see her face
She takes me away to that special place
And if I stared too long
I'd probably break down and cry


Θυμάσαι ρε τότε που σου μαγείρευα; Τότε που σου χάριζα το Jism των Tindersticks και σου έλεγα ότι είναι μόνο δικό μας; Πόσο ζήλεψα που ο επόμενος άντρας σου στο αφιέρωσε κι αυτός; Πόσο γελούσες που γυρνούσα τα χέρια μου στον ουρανό και φώναζα τα όνομά σου; Που στις καταλήψεις σου ‘φερνα μπίρα και τσιγάρα; Που όταν γνώρισες τον πατέρα μου σε λάτρεψε τόσο που σου δάνεισε την αλφα ρομέο του να πας βόλτα γιατί του είχες πει ότι "ήταν πισωκούνα και δεν είχες οδηγήσει ποτέ τέτοιο αμάξι;" Που η μάνα μου κατάλαβε ότι κοιμηθήκαμε μαζί και είχες ντραπεί τόσο; Που μετά σου ‘φτιαξε πιπερόπιτα με τσίπουρο; Σε γουστάραν πολύ οι γονείς μου ρε. Θυμάσαι ρε που σου έλεγα ότι κάποια μέρα θα σε πάρω να ζήσουμε στο χωριό; Θυμάσαι ρε ή τζάμπα τα λέω;


Now honey you got on little light
Now you keep it burning bright
If you keep it lit every night
Someday a good man come and make it alright


The tighter your grip around me
So easily broken
Running down your skin
And the pain runs into the blue
If there's ever anyone else,
I'll understand and kill them



Θυμάμαι φίλε.
posted by sorry_girl @ 3:07 μ.μ.   29 comments

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006
"Που σαν βιολί το σώμα σου.."
Στην πλατεία μέχρι να ξημερώσει. Ήθελα να σου πω πολλά, αλλά τελικά δεν είπα τίποτα. Και δεν μπορώ πια να πω. Περίεργα.
Είναι καλύτερα να μην. Ιστορίες μωρέ. Ιστορίες. Είναι που ποτέ κανείς δεν τις ζήτησε για νανούρισμα. Και μείναν να σκουριάζουν σαν εκείνες τις χοντρές αλυσίδες στο περιβόλι. Αλλάζουν οι καιροί, δεν το βλέπεις;
Είναι που ακόμα δεν έχει πάρει μορφή. Κομμάτια της μόνο βγαίνουν. Τα σκοτάδια της, εκεί βαθιά, ακόμα να διαλυθούν.
Είμαι καλά. Λίγο χρόνο μόνο και την αλλαγή περιμένω.
Από πού να ξεκινήσω να σου λέω; Είναι που βαραίνουν κι οι μέρες τώρα και δυσκολεύομαι. Αυτή τη φορά όμως δεν θα κρύψω τίποτα να το ξέρεις,
Κι εγώ που προσπαθούσα πάντα να το ελέγχω, τώρα δεν μπορώ. Θυμάμαι πως ούτε κι εσύ το είχες.
Με χάνω ρε συ. Ειρμός ή η απουσία του;
Κοιμήσου ψυχή μου.
Κι όταν ξημερώσει θα σου πω τα υπόλοιπα.
Στον ήλιο, στο φως, στη βεράντα να μη φοβάσαι.
Θα πιούμε καφέ και μόλις στρίψω τσιγάρο θα με ρωτήσεις.
Τι νέα υπάρχουν, αν είδα κανέναν, τι κάνει η μάνα μου.
Θα σου πω κι εγώ αν είναι καλά τώρα ο Χ. Θα σκύψεις το κεφάλι και χαμηλόφωνα θα μου απαντήσεις πως όταν παίρνει την αγωγή είναι καλά. Υποφερτά.
Θα ρωτήσεις αν εγώ είμαι καλά. Και θα σου πω ναι, τις παλιές συνήθειες τις έχω κόψει, μόνο που ακόμα καπνίζω και πίνω, αλλά θα το δουλέψω κι αυτό. Θα σου χαϊδέψω το κεφάλι «γιατί κουρεύτηκες μωρέ», θα μου πεις «ε περάσαν τα χρόνια μπέμπα μεγαλώσαμε». Δε θα στεναχωρεθώ καθόλου, στο υπόσχομαι. Κι ούτε θα σε ρωτήσω που χάθηκες. Κι όχι φασαρίες και δράματα. Καμία θεατρικότητα πια. Θα πάμε βόλτα σ΄ όλα μας τα μέρη που στοιχειώναν με τα χρόνια. Τους σταθμούς των τρένων και των ΚΤΕΛ, το πέτρινο πεζούλι στο Λυκαβηττό, την Κριστίν στον Υμηττό, τους μεγάλους ανοιχτούς δρόμους. «Γιατί άφησες τα μαλλιά σου να μακρύνουν μπέμπα;» Αμήχανα θα σε κοιτάω και θα παίζω με μια κόκκινη μπούκλα. «Για να έχεις κάτι να χαϊδεύεις όταν γυρίσεις μωρέ».
posted by sorry_girl @ 12:12 μ.μ.   24 comments

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006
Πάλι περικοπές και ψέμματα-ζωή.
Σήμερα ξύπνησα νύχτα. Είχα όρεξη να δω ήλιο. Μα είναι ακόμα σκοτεινά έξω. Μέσα είναι περίεργα. Περαστικά αγγίγματα, κρυφά φιλιά. Κούραση. Θέλω μια βόλτα να είναι Κυριακή και να έχει ήλιο και κρύο. Χρόνος κλείνει κι ακόμα θυμάσαι. Χρόνος; Ή μήπως χρόνια;
Δεν πειράζει σου λέω. Κυλάει γρήγορα. Να, πλησιάζει πάλι χειμώνας. Και θα ‘ρθει Δεκέμβρης να μπω και επισήμως στα 26.
Πολλές εικόνες και μπλέκομαι. Ιδέες. Τι κάνω εδώ μέσα, πόση έκθεση θ’ αντέξω μέχρι να τα κάψω όλα;
Και για να μη φοβάμαι λέω να το προλάβω. Να με δώσω εγώ.
Ψέμματα λοιπόν.Καλογραμμένα αλλά ψέμματα.

Αυτόν τον καιρό δεν αντέχω καμία τρυφερότητα. Στους τσακωμούς ναι. Στα χάδια είναι που μπουκώνω τελείως. Σαν μην ξέρω τι να πω, τι να κάνω και σπασμωδικά και νευρικά μένω να κοιτάω με ορθάνοιχτα μάτια. Σαν το πεντάχρονο που του τάξαν κούκλα και τελικά ξεχάσαν να του τη φέρουνε.
«Δεν πειράζει αγάπη μου, την άλλη φορά.»
Πειράζει ρε. Τώρα την ήθελα.
posted by sorry_girl @ 9:25 π.μ.   19 comments

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006
Ε ναί λέμε!
Τρεις γυναίκες πριν τα τριάντα κάθονται στο μπαρ.
Δύο άντρες μετά τα σαράντα κάθονται στο μπαρ.
Οι γυναίκες κοιτάνε τους άντρες που κάθονται ώρες και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα. Τους φαίνεται γελοίος ο τρόπος που τις κοιτάνε. Κι έχουν δίκιο. Είναι γελοίος.
Κοκκινομάλλα: Ρε μαλάκες αυτοί κάθονται σαν να περιμένουν κάτι.. δεν ξέρω τι..α! τον Γκοντό.
Καστανομάλλα: Χαχαχαχα ας τους πει κάποιος ότι ΔΕ θα ‘ρθει.
Η μελαχρινή που έχει ζαλιστεί περισσότερο από τις άλλες και νωρίτερα έχει αναφέρει κυνικά ότι «χάνει τη μπάρα κάτω από τα χέρια της» , γυρνάει και τους κοιτάει με ύφος Γκάρφιλντ.
«Γαμιέται ο Μπέκετ».
posted by sorry_girl @ 2:20 μ.μ.   20 comments

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006
"Yes, true weeping is yet to come"
This is a weeping song
A song in which to weep
While we rock ourselves to sleep
This is a weeping song
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long


Όχι πια θάνατοι
οχι πια διάβασμα με ηρεμιστικά
οχι πια ύπνοι με τηλέφωνα ανοιχτά


This is a weeping song
A song in which to weep
While we rock ourselves to sleep
This is a weeping song
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long


Όχι πια δάκρυα
δε ζηλεύω πια
και δε θολώνω τα γυαλιά μου πια για σένα


Όχι πια πρόστυχα μηνύματα

Όχι πια έρωτες



But I won't be weeping long
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long
But I won't be weeping long


Μια σύμπραξη των Κόρε Ύδρο "Όχι πια έρωτες" και του Nick Cave "The weeping song"
για τη μέρα που απλώνεται μπροστά μου και θέλω μόνο να τα ψιθυρίζω
posted by sorry_girl @ 10:55 π.μ.   28 comments

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006
"Aχ πολλαπλασιασμένο.."
Μουντά. Είναι έξω. Μέσα κάνει κρύο. Ένα καινούριο τραγουδάκι από τον Παπάζογλου. Κάτι για στιγμές και ροζ χρώματα της αυγής. Κι ένα παλιό από την Μάνου. Κάτι για ζευγάρια και τέντες και μπαλκόνια και απογεύματα. Οπότε κλείνει ο κύκλος. Κάπου μέσα του είχε και φρίκη, είχε και σπασμένα μπουκάλια. Και εικόνες από βράδια με ψύχρα που τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια της απέναντι έριχναν μια αναιμική αύρα και στο δικό μου μπαλκόνι. Και σ’ έπιανε μια μελαγχολία. Και εγώ έλεγα, δε θα τα καταφέρω ποτέ να σε παρηγορήσω. Και δεν τα κατάφερα τελικά. Τώρα μισή. Και ολόκληρα μοναχική. Σήμερα το βράδυ λέω να πάω σινεμά. Να δω ένα αστυνομικό, να πιω την πορτοκαλάδα μου χωρίς ανθρακικό- πάντα με πείραζες γι’ αυτό και στο διάλειμμα να μη βγω από την αίθουσα. Γιατί δεν το αντέχω αυτό. Οι άδειες αίθουσες του σινεμά μου φέρνουν μελαγχολία. Όπως και οι άδειες ταβέρνες σε επαρχιακούς δρόμους. Πάντα θέλω να μπω μέσα και να πιάσω κουβέντα με τον ιδιοκτήτη που κάθεται μόνος ή παρέα με το γκαρσόνι και πίνουν να περάσει η ώρα. Να τους πω κάτι, για τον καιρό, για τον Ολυμπιακό, δεν έχει σημασία οτιδήποτε. Να σπάσει η ησυχία της αίθουσας. Που τι περίεργο; Πάντα είναι ίδιες. Με ξύλινη επένδυση στους τοίχους και ένα τζάκι στο κέντρο. Και στην κουζίνα καπνίζει πικρά μια Σβετλάνα ή μια Χάιντι. Σβετλάνα σημαίνει νομίζω αυγή. Και να που θα ξανανοίξει ο κύκλος.Από την αυγή δεν ξεκίνησα;
Λέω να αλλάξω θέμα. Χτες είδα στον ύπνο μου ότι ..
Δεν ήσουνα εσύ, δεν ήταν κανείς. Σηκώθηκα με μάτια πρησμένα.
Κάτσε να στρίψω ένα τσιγάρο να σου πω και την συνέχεια.
Δεν έχει αξία όμως. Αυτές όλες οι λέξεις συγκεντρώθηκαν πάνω από το κεφάλι μου και καίγονται σιγά. Και κάθε φορά λέω ότι θα τις σβήσω βίαια και κάθε φορά επιμένουν. Αλλάζουν δέρμα, αλλάζουν μαλλιά και να τες πάλι εδώ. Πεθύμησα ένα λούνα παρκ μόνο με συγκρουόμενα. Και θάλασσα. Και κρύο καφέ σπαστό, να είναι χειμώνας και να κολλάει η υγρασία στα μαλλιά μου. Ή να είμαι πάλι δέκα χρονών και να νομίζω ότι πετάω, δεν έχει σημασία που είναι μόνο μέχρι το τέλος της σκάλας. Τον πατέρα μου να μου λέει το μόνο παραμύθι που ήξερε αυτό με την αρκούδα και πάντα να τον παίρνει ο ύπνος πριν το τελειώσει. Ποτέ δεν έμαθα τι γινόταν στο τέλος. Τον παππού μου να με πηγαίνει τη μόνη βόλτα που άντεχαν τα άρρωστα πόδια του. Μέχρι το ποτάμι, να μου δείχνει το βράχο ή του Κατή τον πεύκο από όπου έπεσε κάποια γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί τον τσιφλικά. Ποτέ δεν έμαθα τι υπήρχε μετά το ποτάμι. Εσένα να μου κλαις ότι δε σε πήγα ποτέ στο χωριό να κουκουλωθούμε κάτω από τις βαριές κουβέρτες και να ακούμε στο σκοτάδι τα τρένα να περνάνε και να τρέμει το σπίτι ή τις νταλίκες να βουίζουν μακριά στην εθνική και να μου ζεσταίνεις τα πόδια με γκρίνια που είναι πάντα παγωμένα. Ποτέ δεν έμαθα γιατί μόνο όταν κοιμόμασταν μαζί πάγωναν τα πόδια μου.
Θα βρέξει. Να ντυθείς καλά ε;
posted by sorry_girl @ 2:10 μ.μ.   25 comments

Παρασκευή, Οκτωβρίου 13, 2006
It’s a new dawn, it’s a new day, it’s a new life
Χθες το βράδυ ήθελα να μην κοιμηθώ. Να ξενυχτήσω όπως όταν ήμασταν μικρά και μέναμε ξάγρυπνα έτσι χωρίς λόγο. Μα με πέτυχαν κάτι περαστικές και κερασμένες τεκίλες και με νύσταξαν. Και έμεινα να σκέφτομαι σ’ εκείνο το μεσοδιάστημα πριν σε πάρει ο ύπνος. Πάνε μήνες που έχω να κοιμηθώ φυσιολογικά. Έχω μια αίσθηση ότι μου τελειώνει ο χρόνος και δε θέλω να χάσω στιγμή. Αν ήσουνα εδώ θα σου έλεγα εκείνο το παραμύθι που σου χρωστάω. Μωρέ είναι που δεν είμαι ικανή να φτιάξω ιβουάρ ήρωες και μου βγαίνουν πάντα σκούροι πράσινοι ή μαύροι. Και εσένα δε σου πήγαιναν αυτά τα χρώματα. Μεγαλώνω. Ομορφαίνω. Μαζεύω. Αλλάζω. Όχι πολύ. Ίσα να μην θυμάμαι τα μαύρα ρούχα, μάτια και βλεφαρίδες. «Η σκιά μου κι εγώ κάθε βράδυ πικρό σε ζητάμε..» Παλιά τραγούδια. Λαϊκά. Και παράξενα ταιριάζουν. Ή εκείνο το « Hijo de la luna». Δεν είναι περίεργο πώς συνδυάζονται όλα στο μυαλό μου;
Δανείζομαι κορμί. Και το επιστρέφω χωρίς καμιά γκρίνια, μόνο με λίγη καθυστέρηση. Δεν πειράζει όμως. Θα πληρώσω ό,τι μου πρέπει. Θυμάμαι ότι έλεγες τη λέξη «περιποίηση» με το γιώτα να λείπει ανάμεσα στο ρω και το πι. Χαριτωμένα λειψό. Πάντα με έκανε να χαμογελάω αυτή η παράλειψη.
Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβεις. Όχι. Δεν είναι. Άλλη παραδοξολογία αυτή. Γιατί να καταλάβεις; Εντάξει. Το μαζεύω.
Αυτή την ανάγκη για μια τελευταία αγκαλιά που ποτέ δε σου χάρισα. Είχα θυμώσει τόσο. Να, τώρα μπορώ. Να σ’ αφήσω να με κλείσεις κοντά στην καρδιά σου να την ακούω και να σε μυρίζω. Δε θα αγχώνομαι μήπως δεν ξανανοίξουν ποτέ τα χέρια σου. Αλήθεια σου λέω.
Καμιά αγκαλιά δεν μοιάζει με την άλλη. Και κανένα κορμί δεν μυρίζει το ίδιο. Θα μου πεις αυτά είναι απλά πράγματα, γνωστά σε όλους. Εγώ όμως δεν το ήξερα φαίνεται. Ανακαλύπτω αργά πράγματα που οι γυναίκες τα ξέρουν από παλιά. Ένα είδος αρχαίας γνώσης που την οριοθετούσα αλλιώτικα. Βιάζομαι πολύ. Ρολόγια σφηνωμένα στους τοίχους. Δεν φοράω ποτέ ρολόι, θυμάσαι; Για αυτό αν θες να μου κάνεις δώρο πάρε μου καλύτερα ένα δίσκο της Νίνα Σιμόν. Όχι όμως αυτόν που τραγουδάει Ντιούκ Έλλινγκτον.
«Θέλω να ‘ρθεις και να με βρεις να κάτσεις να τα πούμε»
Εκείνες τις κουβέντες.

Γυναικεία ευαισθησία. Που σήμερα πρωί- πρωί ξύπνησε. Με διάφορες αφορμές. Και θα μάθω να την ανέχομαι σ΄εμένα.

Κορίτσια ευχαριστώ από πολύ βαθιά για αυτά που μου μάθατε σήμερα. Ή για αυτά που μου θυμίσατε;
Epsilon, Cherryfairy, Trilian, Marirena.
Λουλούδια λευκά , σοκολάτες πικρές και καφές γαλλικός.
Φιλώ σας,
posted by sorry_girl @ 11:11 π.μ.   25 comments

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006
Ιστορίες της πόλης. Που είναι όμορφη μόνο τη νύχτα. /Ιανουάριος- Αργύρης.
Πώς αναπνέει μια νέα ακόμα γυναίκα που πέρασε την περισσότερη από την εφηβεία της και όλη την υπόλοιπη ζωή της φροντίζοντας μια μάνα ξαπλωμένη στο ίδιο κρεβάτι που τρίζει; Πώς κοιμάται τα βράδια; Πώς κατευνάζει βασικές ανάγκες;
Η απάντηση είναι ότι δεν το κάνει. Δηλαδή δεν το κάνει όπως ο υπόλοιπος κόσμος, οι νέες ακόμα γυναίκες που λογαριάζονται για όμορφες. Αναπνέει με δυσκολία τις περισσότερες φορές. Ένα βάρος κάθεται στον πνεύμονά της. Το ξεπερνάει με ασκήσεις χαλάρωσης. Στυλώνει το βλέμμα μακριά και αναπνέει παλεύοντας για κάποια λεπτά μέχρι να λυθεί. Παλιότερα τα λεπτά αυτά ήταν λίγα. Τώρα πια μπορεί να της πάρει και μια ώρα. Στην αρχή τρόμαζε. Με τα χρόνια την κατέλαβε μια παράξενη αδιαφορία. Ένας εσώτερος κυνισμός, μια πίκρα σε κόμπους. Κοιμάται σε δόσεις. Ένας γιατρός της το είπε “πρόωρη αφύπνιση”. Αυτή το λεει “κραυγή της γριάς”. Κι αυτό γιατί πάντα, πάντα όμως όποτε την παίρνει ο ύπνος, η γριά λες και το καταλαβαίνει και αρχίσει να φωνάζει. “Λίναααααααα”. Αυτό μόνο. Το όνομά της. Τα υπόλοιπα εννοούνταν. Από κοντά. Καθάρισμα, απολύμανση, καινούριες γάζες στα σημεία που η γριά είχε “ανοίξει” και τάισμα. Τις πιο πολλές φορές με το ζόρι. Δεν είχε δόντια πια και επέμενε να μη φοράει τη μασέλα της. Η Λίνα ήξερε ότι το έκανε για να την βασανίζει. Πλατάγιζε εκείνα τα μωβ χείλια εκνευριστικά και μουρμούραγε κατάρες. Αυτό όσες φορές είχε τα λογικά της. Τις υπόλοιπες καθόταν ήσυχη, ακίνητη. Μόνο που δάκρυζε όλη την ώρα. Κατά περίεργο τρόπο αυτό την τρόμαζε περισσότερο τη Λίνα. Τις κατάρες, τις φορές που σήκωνε ένα αδύναμο χέρι και την έσπρωχνε, όταν έφτυνε τις σούπες και τους χυμούς, ακόμα και το ανατριχιαστικό πλατάγισμα των μωβ χειλιών τα άντεχε. Τα δάκρυα δεν μπορούσε να τα ανεχτεί. Τη φοβίζανε, την αποσυντονίζανε. Τότε μόνο της φώναζε, τότε μόνο την άρπαξε μια φορά από το λαιμό να την πνίξει. Μα η γριά κάρφωσε ένα γαλάζιο μάτι πάνω της –γιατί το άλλο ήταν άσπρο από τον καταρράκτη- εκπληκτικά καθαρό και λαμπερό. Φοβήθηκε. Την άφησε. Μετά περάσαν τα χρόνια και μόνο ανατρίχιαζε στην συνεχή ροή των δακρύων της. Τις βασικές της ανάγκες, για βόλτα, για γέλιο, για σεξ έμαθε με τον καιρό να τις βολεύει αλλιώς. Το πώς δεν έχει σημασία. Για την ίδια.
Καμιά φορά, αργά τα βράδια που κοιτούσε την τηλεόραση για ώρες χωρίς να βλέπει πραγματικά, άκουγε πίσω από τους τοίχους θορύβους. Ξυσίματα, μικρά πατήματα και τσιριχτά. Η παλιά τους μονοκατοικία, αυτή που ο πατέρας της έγραψε στη γριά πριν πεθάνει ξαφνικά, είχε ποντίκια. Τότε, πριν πεθάνει ξαφνικά, τότε, που η γριά είχε δύο μάτια γαλάζια εκπληκτικά καθαρά και λαμπερά, τότε που η Λίνα ήταν μόνο 17 χρονών, η γριά έβαζε φάρμακα και παγίδες. Μα τα ποντίκια γύρισαν ξαφνικά όταν πέθανε ξαφνικά, όταν η γριά άρχισε να δακρύζει συνεχόμενα. Αυτή η εποχή ήταν λίγο θαμπή στο μυαλό της. Καλυμμένη με κίτρινα σεντόνια και κουρτίνες ξασπρισμένες. Δεν είχε σημασία να σηκώσει τις κουρτίνες ή τα σεντόνια. Για την ίδια.
Άκουγε τα σουρσίματα και τα τσιριχτά πίσω από τους τοίχους. Κάπνιζε το τσιγάρο της μέχρι το φίλτρο, μέχρι να της κάψει τα χείλια-περιέργως όλο της το κορμί παρέμενε όμορφο. Ζωντανό. Δεν στέγνωνε. Έσβηνε το τσιγάρο στο πεντακάθαρο τασάκι και σηκωνόταν αργά. Αλαφροπατούσε μέχρι εκείνο το σημείο στον τοίχο δίπλα στο τζάκι, που έβγαινε ένα ολόκληρο κομμάτι. Έχωνε το χέρι της μέσα και περίμενε, ακίνητη. Μπορεί να περνούσαν και ώρες. Μα στο τέλος κάποιο θα παγιδευόταν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τότε το τραβούσε έξω αργά με το χέρι της σταθερά κλειστό και το παρακολουθούσε να πεθαίνει από ασφυξία. Έβλεπε τα μικρά γυαλιστερά μάτια του να γυρίζουν σαν τρελά, την ουρά του να κάνει κύκλους μέχρι να κρεμαστεί στον τελευταίο σπασμό του. Έβλεπε τα μουστάκια του να παίρνουν μια λάμψη από τις μικρές κόκκινες σταγόνες. Το άκουγε να τσιρίζει όσο το έσφιγγε. Τίποτα δεν άλλαζε την έκφρασή της. Υπομονετική. Αφού το ποντίκι δεν σάλευε πια την γκρίζα του γούνα, το πήγαινε μέχρι τον κήπο και το έθαβε δίπλα στην ζουμερή λεμονιά. Κι αυτή δεν ξεραινόταν. Οι χυμοί της ήταν τόσο ίδιοι με τους δικούς της. Μόνο που τα λεμόνια της ήταν πάντα πικρά.
Μετά γυρνούσε σπίτι, ξάπλωνε στον καναπέ και έχωνε τα δάχτυλα του χεριού της βαθιά μέσα της. Έτσι με τα αίματα του ποντικιού. Δεν έκλεινε ποτέ τα μάτια. Μπορεί η γριά να νόμιζε ότι κοιμόταν και να τη φώναζε. “Λίνααααα”. Και να της χαλούσε την ονείρωξη. Γιατί ονείρωξη ήταν. Δεν μπορούσε ποτέ να τελειώσει αν δεν έκλεινε τα μάτια. Περνούσε αρκετή ώρα να σκαλίζει μέσα της. Μόλις την έπιανε ζαλάδα, σηκωνόταν, πήγαινε στο δωμάτιο της γριάς, άνοιγε την ντουλάπα, έβρισκε το παλιό καπέλο του πατέρα της. Γυρνούσε προς τη γριά έβγαζε μια φωνή να την ξυπνήσει και ξεκινούσε να χαϊδεύει την κλειτορίδα της με το γείσο του καπέλου. Δεν της έπαιρνε πάνω από 2 λεπτά κάθε φορά. Η γριά πότε την έβλεπε, πότε όχι. Δεν είχε σημασία. Για την ίδια.
Πριν πεθάνει ξαφνικά, τότε που η γριά είχε δύο μάτια γαλάζια εκπληκτικά καθαρά και λαμπερά, τους άφησε τόσα λεφτά που να μη χρειάζεται να δουλέψει ποτέ καμία από τις δυο τους. Τότε εκείνη πήγαινε ακόμα σχολείο. Τότε την φλέρταρε ο καθηγητής των Αρχαίων, ένας άντρας ψηλός, λεπτός με έφεση στο συντακτικό και τα χάδια στο κεφάλι της. Μετά όλα αλλάξαν, σταμάτησε το σχολείο, εκείνος πέθανε κι η γριά άρχισε να δακρύζει συνεχόμενα. Σεντόνια όμως που δεν πρέπει να σηκωθούν.
Η Λίνα σηκωνόταν πρωί, μαγείρευε για τη γριά και για την ίδια, την τάιζε και την έπλενε, έκανε τις ασκήσεις για την ανάσα της και μετά έπαιρνε τα τσιγάρα της και στεκόταν στο παράθυρο. Πήγαιναν χρόνια που κανείς δεν είχε σπρώξει την πόρτα του κήπου. Δεν είχε σημασία γιατί. Για την ίδια.
Τα βράδια έβλεπε τηλεόραση. Και αραιά, συνήθως λίγο πριν της έρθει η περίοδος, ακολουθούσε το τελετουργικό με τα ποντίκια. Στην ζουμερή λεμονιά του κήπου είχαν αποσυντεθεί 204 ουρές. Τις θυμόταν.
Μερικές φορές τα σεντόνια κι οι κουρτίνες σηκωνόντουσαν λίγο. Όσο να προλάβει να δει τον καθηγητή των Αρχαίων, τον πατέρα της να την παίρνει αγκαλιά και τη γριά να γελάει. Πέφτανε όμως πάλι. Πριν προλάβει να ανοίξει η εποχή.
Εκείνο το βράδυ του Γενάρη καθόταν στον καναπέ και περίμενε. Κάθε Γενάρη τα ποντίκια λιγόστευαν και δυσκολευόταν να πιάσει κάποιο. Πόσο μισούσε τις γάτες. Την πονούσαν τα αυτιά της στα νιαουρίσματα του οίστρου τους που πλησίαζε.
Άκουσε ένα τρίξιμο αλλιώτικο. Η πόρτα του κήπου. Αυτή που χρόνια είχε να την σπρώξει κάποιος άλλος από τη Λίνα. Δεν είχε σημασία για ποιο λόγο. Για την ίδια.
Η γριά, λες και άκουσε κι αυτή άρχισε να στριφογυρίζει στο κρεβάτι της. ΄Ήταν θέμα χρόνου να αρχίσει να φωνάζει.
Η Λίνα σηκώθηκε και παραμέρισε την κουρτίνα. Είδε ένα άντρα ψηλό, λεπτό, σαν τον καθηγητή, σαν τον πατέρα της. Φορούσε μάλιστα και καπέλο. Η ανάσα της βάρυνε απότομα. Έφερε το χέρι στο λαιμό της κι άρχισε να τον τρίβει με μανία. Άκουσε ένα θρόισμα πίσω της και στράφηκε απότομα. Ήταν εκεί, μπροστά της. Πώς μπήκε μέσα; Τώρα τον έβλεπε στον κήπο! Γύρισε στο παράθυρο και τον είδε έξω να χαϊδεύει την ζουμερή λεμονιά. Γύρισε προς το σαλόνι και τον είδε να της χαμογελάει με ένα γυαλιστερό μουστάκι. Σαν του ποντικιού, σαν του καθηγητή, σαν του πατέρα της.
Το χέρι της άνοιξε κι άρχισε να χαράζει νυχιές στο λαιμό. Η γριά φώναζε “Λίνααααα” κι αυτό-αυτός στεκόταν και χαμογελούσε με γυαλιστερό μουστάκι.
“Να συστηθώ αγαπητή μου. Αργύρης”
“Λίνααααααα”
Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει μα έβγαλε ένα τσιριχτό ήχο. Και τότε τη έπιασε. Από τα πλευρά. Και ξεκίνησε να τη σφίγγει. Ο πόνος την ξάφνιασε το ίδιο και ο ήχος από τα πλευρά της που ζορίστηκαν.
“Λίνααααααα”, η γριά προσπαθούσε μάλλον να σηκωθεί, όσο αδύνατο και αν φαινόταν αυτό.
Κρρααακκ τρία πλευρά έσπασαν ταυτόχρονα. Μια μικρή κόκκινη φυσαλίδα έσπασε στην άκρη των χειλιών της, που δεν στέγνωσαν ποτέ.
Τα χείλια της εκείνα που ήταν ζουμερά, που ο μπαμπάς λάτρευε να φιλάει, που εκείνη τρελαινόταν να πασαλείβει με τους χυμούς του μπαμπά, που ο καθηγητής δεν πρόλαβε να χαϊδέψει γιατί η γριά τσάκωσε δίπλα στο τζάκι μπροστά στο άνοιγμα που περίμενε 17 χρόνια μετά η Λίνα τα ποντίκια, τον μπαμπά και τη Λίνα, εκείνον όρθιο και τη Λίνα γονατιστή με τα ζουμερά χείλια της λερωμένα και της σάλεψε, κάρφωσε τον μπαμπά πρώτα με τα γαλάζια εκπληκτικά καθαρά και λαμπερά μάτια της και μετά με το ψαλίδι της ραπτικής. Της σάλεψε είπαν αλλά καμιά φυλακή δεν τη βάλανε γιατί. Δεν είχε σημασία. Για την ίδια.
Τώρα πονούσε , πονούσε κι εκείνου γυάλιζε το μουστάκι του κι η γριά σερνόταν στο πάτωμα , την άκουγε ενώ ασφυκτιούσε να πάρει ανάσα και ο πνεύμονάς της τρυπούσε και ένα κομμάτι πλευρό χωνόταν στην καρδιά της.
“Λίνααααα”
Τα πόδια της σταμάτησαν να κουνιούνται. Η μία παντόφλα έπεσε στο πάτωμα. Αν είχε ουρά τώρα ήταν η ώρα να τεντωθεί άψυχη.


Τη βρήκαν κάποιοι γείτονες μέρες μετά. Ο μπακάλης ανέφερε ότι δεν την είχε δει για καιρό. Η γριά ζούσε ακόμη.
posted by sorry_girl @ 3:33 μ.μ.   36 comments

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006
Από την Αρλέτα για το βράδυ το αποψινό.
Είναι δώδεκα η ώρα , είναι η ώρα των τρελών
κάπου θα σε συναντήσω , κάπου θα σε βρω
στα κελιά τους οι άνθρωποι , ύπνο κάνουν ελαφρό
είναι ελεύθεροι οι δρόμοι για κυνηγητό
είναι δώδεκα η ώρα , είναι η ώρα των τρελών
βραχνό γέλιο αν ακούσεις , κλείσε το ρολό

λύκε , λύκε μου, καλέ μου
λύκε , λύκε μου είσαι εδώ
βγαίνω από τη φωλιά μου και σε κυνηγώ
λύκε , λύκε μου ,καλέ μου
είσαι η μόνη μου ελπίδα και σ ακολουθώ

όμορφο μου προβατάκι τι γυρεύεις μες στο δρόμο
είμαστε όλοι μπερδεμένοι στο δικό του νόμο
όταν πέφτει το σκοτάδι βγαίνει ο λύκος στην πλατεία
στη χαμένη πολιτεία και ζητά τροφή
κλειδωμένα είναι τα αρνάκια , ζαχαρένιο το κλειδί
κάτι απόμερα παγκάκια , θάμνοι και σιωπή

λύκε , λύκε μου, καλέ μου
λύκε , λύκε μου είσαι εκεί
είναι η άγρια πλευρά σου που με συγκινεί

Λέω απόψε το βράδυ να βγώ μια βόλτα μπας και συναντήσω το λύκο.
Λα λα λα λα λα λα ρα λα!
posted by sorry_girl @ 3:28 μ.μ.   17 comments

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006
Ξύπνια πια.
Στιγμές στέκουνε απογυμνωμένες από κλάμα. Ελεύθερες παρελθόντος. Έρημες γυναίκες που πια γεράσαν στην αναμονή. Αγόρια που δεν κατατάχτηκαν ποτέ. Και τώρα που δεν είναι αργά τι λες; Αυτή η παρόρμηση είναι τόσο δυνατή. Δεν το συγκρατώ πια. Να δώσω μια και να βρεθώ πάλι στην αυλή σου και να είναι Αύγουστος. Να πίνουμε ούζο χύμα και να στρίβουμε τσιγάρα από τη δική σου τσέπη. Πώς τα κατάφερα πάλι να μείνω χωρίς καπνό; Και να μου γελάς όσο σου αναλύω θεωρίες και μπερδεύω τις βάσεις της κουβέντας. Και να μου λές ότι θα μάθω με τον καιρό να μη γέρνω, να μην ανησυχώ θα έρχεσαι να με βλέπεις. Και μετά θα έρθει ο Σ. ή ο Μ. για να φέρει την καρέκλα του και το ούζο το καλό. Να μας κοροιδέψει που τόση ώρα πίνουμε αηδίες. Και μετά να τον ρωτήσω χαζά αν είναι καλά, τώρα που τελείωσε η δική του αναμονή, για να μου απαντήσει πικραμένα πως είμαι μικρή ακόμα για να γέρνω έτσι. Και τότε να με χαιδέψεις τρυφερά εν είδη υπεράσπισης που όμως εγώ δεν τη χρειάζομαι. Δεν είμαι μικρή δεν το βλέπεις; Να γελάς με τον παράλογο θυμό μου και να μου λες ότι πρέπει να πάψω να σκηνοθετώ τις στιγμές και τη ζωή μου. Να σου θυμώνω συνέχεια μα τι περίεργο πράγμα ποτέ να μην καταφέρνω να το κρατήσω για πολύ. Και μετά να σηκωθείς να φέρεις την κιθάρα. “Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά, να μου το λες μικρό μου..” Να μην μπορώ πια παρά να χαμογελάσω μισά προς τα αριστερά και να σε κοιτάω. “Κι όχι να κάθεσαι να κλαίς, παραπονιάρικό μου..” Ο Σ. να γελάει με τα χάλια μου. Ο Μ. να με παρηγορεί, πάντα μου είχε αδυναμία. Να κοιμάμαι στο αμάξι σου όταν θα με γυρνάς σπίτι. Να φτάνουμε σπίτι και να με ξυπνάς με ένα χάδι που ξεκίνησε αλλά ποτέ δεν έφτασε.
“Ξύπνα μπέμπα.”
posted by sorry_girl @ 12:09 μ.μ.   27 comments

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006
Ένα mail στις 12 Απριλίου ή αλλιώς η ροζ πλευρά μου (μόνο όταν έχω πυρετό!)
Καλημέρα γωγάκι!
Σήμερα έχω τις καλές μου (φαίνεται από την προσφώνηση που σου έκανα εξάλλου!)
Λα λα λα! Ο κόσμος είναι όμορφος!
Είμαι στη δουλειά αλλά όλα μου φαίνονται καλά. Οι συνάδελφοι μου είναι πολύ καλοί μαζί μου , δε με χώνουν σε βαρετές δουλειές και με χαιδεύουν στα μαλλιά κάθε που περνάνε από δίπλα μου .
Συνέχισα και σήμερα τον αγώνα μου να ανοίξω βιβλία συναλλασσόμενη με τρεις υπηρεσίες ταυτόχρονα (ΤΕΒΕ ,εφορία ,οικονομικό επιμελητήριο και ΙΚΑ) με πολύ καλή διάθεση. Ολων των υπηρεσιών οι υπάλληλοι ήταν πολύ ευγενικοί και με εξυπηρετήσανε άμεσα . Μου γλυκομιλήσανε και μου δώσανε κουράγιο να συνεχίσω την προσπάθεια μου και την επόμενη εβδομάδα με υπομονή και χαμόγελο.
Επίσης σήμερα το ραδιόφωνο παίζει μελωδικότατα και πάρα πολύ χαρούμενα τραγούδια ( στη ζωή μου κάθε μία , κάθε μία γνωριμία…).
Χθες το βράδυ με ξαναθυμήθηκε εκείνος ο συμπαθέστατος νέος που δηλώνει το παρόν του με αναπάντητες , μόνο που αποφάσισε να στείλει μήνυμα .Χαμογέλασα και δεν του απάντησα , το έχω σκοπό όμως. Δε θα χάσω και αυτή την ευκαιρία μπορεί εξάλλου να είναι και ο έρωτας της ζωής μου έτσι δεν είναι;!



Εντάξει . Τώρα βγαίνεις από τη ζώνη του λυκόφωτος .Ξαναβρήκα τον παλιό καλό (χμμμ…) εαυτό μου. Δεν έχω πάρει ναρκωτικά ( αααχχχ) .Απλά έχω γριπιαστεί έχω πυρετό και μάλλον έχει ανέβει γιατί με έχει πιάσει αυτό που νιώθεις το μυαλό σου να αιωρείται πάνω από το κεφάλι σου. Όλα τα βλέπω ωραία και επιπροσθέτως νιώθω και πολύ ζουζουνιάρικα .Μιάο!( μάλλον έχει ανέβει πολύ ο πυρετός! Μήπως να πάω σπίτι μου να κουκουλωθώ;!)
Εγώ που λες γωγάκι μου (37,5 σίγουρα:!) είμαι πολύ συγκρατημένο και συγκροτημένο άτομο . (37,7) και δεν κάνω τέτοια.
Παρένθεση : μόλις μπήκε ένας συνάδελφος και ακολούθησε ο εξής διάλογος :
-Παιδί μου, μήπως μπορείς να έρθεις να με βοηθήσεις μ ΄εναν πίνακα;
-Αχ κύριε Θόδωρε ( μελωμένα ) αφού σας το έδειξα πως γίνεται ! (πετάρισμα βλεφαρίδων!)
- Εε καλά αφού ξέρεις τα ξεχνάω (65 χρονών ο κ.Θόδωρος)
-Ααααχχχχχ καλά (μες στο νάζι!)
Ο άνθρωπος με κρυφοκοιτάει πίσω από το γυάλινο διαχωριστικό με τρόμο . Μπορεί να νομίζει ότι γράφω σημείωμα αυτοκτονίας .Κάτσε να του κάνω ένα βλεφάρισμα.
(βλεφάρισμα μες στο νάζι)
Ε αυτό ήταν ! Θεωρούμαι επίσημα η τρελή του γραφείου.
Λοιπόν γωγάκι μου (38,2) τι έλεγα;
Αχ δε θυμάμαι νιάου..
Πότε θα με πάς βόλτα με το αμάξι;; μιου..
Να με χτυπήσει ο αέρας;;.. χρρρρρ


Αγκαλίτσες και φιλάκια ( 38,5 στανταρ όμως!)
Η Χρουχρού σου


Υ.Γ.: Aν δε στείλω mail αύριο μάλλον θα είμαι στο κρεβάτι αγκαλιά με το τιγρόγατό μου .
posted by sorry_girl @ 12:38 μ.μ.   32 comments

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006
Περικοπές του απόκρυφου.
"Αγαπητό μου ημερολόγιο,
το τρίτο τσιγάρο της ημέρας μόλις άναψα. Και αυτό το τσιγάρο δεν ξέρω γιατί, είναι πάντα καλύτερο. Πέρασαν μέρες που έχω να γράψω κάτι. Πέρασαν εικόνες που δεν αποτύπωσα πουθενά παρα μόνο στο μυαλό μου. Κι αυτό είναι πολύ στοιχειωμένο πια για να τις χωρέσει όλες. Είπα να κάψω λοιπόν μερικές.
Παρασκευή ξημερώματα σχεδόν 5 το πρωί, ένας άντρας με ένα μακρύ μαύρο παλτό περπατάει στην Αχαρνών. Στη μέση του δρόμου. Τα αυτοκίνητα τον προσπερνούν από παντού και ούτε καν γυρνάει το βλέμμα του. Περπατάει με το κεφάλι στητό και κοιτάει μακριά. Κάπου ψηλά, στο βάθος είναι εστιασμένο. Περίεργος. Ήρεμος. Τρομακτικός. Ασυμβίβαστες έννοιες αλλά εδώ κάνουν παρέα χωρίς προκατάληψη.
Εύχομαι στο Σ. και τη Μ. , τους οποίους πάντρεψα το Σάββατο να είναι καλά. Καλά μαζί και ποτέ χώρια. Εύχομαι να τους βλέπω για πολλά χρόνια, τόσο ερωτευμένους. Καθαρά εγωιστικά τέλος, μου κάνει καλό αυτό. Ο έμφυτος κυνισμός μου τρώει μια γερή κλωτσιά στ΄αρχίδια και διπλώνεται. Κονταίνει. Και την επόμενη φορά που θα ορθώσει κεφάλι, θα θυμάται την κλωτσιά και θα είναι λιγότερο απόλυτος.
Δεν έχω παράπονο. Ή μάλλον είμαι πολύ χαρούμενη με όσα είδα και έζησα αυτό το Σάββατο. Το μόνο περίεργο της ημέρας ήταν πως άνθρωποι που είχα να δώ λίγους μήνες δε με γνωρίσανε. Αλλά αυτό μπορεί να είναι και καλό.
Την Κυριακή την έβγαλα ολόκληρη στον καναπέ με ταβανοθεραπεία και τόση τι-βι που είχα μήνες να δω. Καλά ήταν. Ξεκούραστα. Το βράδυ όμως ήμουνα τόσο νυσταγμένη που δεν κατάφερα να βγώ. Και είναι κρίμα γιατί δεν είδα ένα φίλο που του έχω κι αδυναμία. Και τώρα ποιός ξέρει πότε θα τον ξαναδώ; Μπορεί όμως να είναι και καλύτερα. Οι αδυναμίες μου εμένα πάντα στο τέλος καταλήγουν ψυχωμπουκωτικές που λέει και ένας άλλος φίλος!
Φίλοι αγαπητό μου ημερολόγιο. Φίλοι.
Γαλήνη αγαπητό μου ημερολόγιο. Γαλήνη. Που θα πάει η καριόλα; Θα γυρίσει."


Φιλιά σε όλους σας και καλώς σας βρήκα. Έφυγε ο Σεπτέμβρης. Θα βγώ από την τρύπα μου. Όπως λέει και το Λενάκι " δε θα τελειώσει κι αυτή η έκλειψη;"
posted by sorry_girl @ 9:19 π.μ.   43 comments

© 2006 ..Εννιά με δύο.. | Blogger Templates by Gecko & Fly.
No part of the content or the blog may be reproduced without permission.
Learn how to Make Money Online at GeckoandFly
First Aid and Health Information at Medical Health

 
 
eXTReMe Tracker

Web This Blog
About Me


Name: Sorry girl
Home: Athens, Greece
About Me: "Δεν την πιστεύω απ'το Άργος τη γενιά σας , Λίβυες μοιάζετε δεν μοιάζετε ντόπιες , ο Νείλος μόνο θα έβγαζε παρόμοιες . Ή μοιάζετε με Κύπρισσες που χάραξε καλός τεχνίτης . Ή με Ινδές , στα σύνορα της Αραπιάς , όπως ακούω - που σελώνουν για αλόγατα καμήλες . Κι αν είχατε τόξα θα σας παρομοίαζα με τις αβάτευτες και αντροφόνες Αμαζόνες." Αισχύλου "Ικέτιδες"
See my complete profile

Previous Post
Archives
Links
Ιστορίες της πόλης. Που είναι όμορφη μόνο τα βράδια.